ΓΕΝΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ

Η σύσταση του «Ερευνητικού Κέντρου Βιοπολιτικής» (ΕΚΕΒ) αποσκοπεί στη δημιουργία ενός διεπιστημονικού χαρακτήρα Διεθνούς Ερευνητικού Κέντρου του Τμήματος Κοινωνιολογίας, συγκροτούμενου από ακαδημαϊκούς, ανεξάρτητους ερευνητές, ερευνητές μεταπτυχιακού διδακτορικού και μεταδιδακτορικού επιπέδου.

Ο γενικός σκοπός σύστασής του είναι πρωτίστως:

  • η διεξαγωγή ερευνητικών έργων και η παροχή συμβουλών στο πεδίο της βιοπολιτικής,
  • η εκκάλυψη και ο καθορισμός εκτεταμένων κοινωνικών και πολιτικών ζητημάτων, από τα οποία προκύπτουν «υποδείγματα βιοπολιτικής»,
  • η κατεύθυνση χρηματοδότησης έργων που διαμορφώνουν τη βιοπολιτική έρευνα και συγκροτούν το πεδίο της.

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Το ερευνητικό πρόγραμμα του Κέντρου στο πεδίο της κοινωνιολογικής θεωρίας καθορίζει ο στόχος «άρθρωσης του βίου» και των «κοινωνικών φαινομένων», όπως συμβαίνει με την έννοια της κοινωνικής οργάνωσης στο 19o αιώνα, ή τη διάκριση ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό στον 20o αιώνα.

Για τον σκοπό αυτό το ερευνητικό πρόγραμμα του Κέντρου προσδιορίζει η χρήση της έννοιας της βιοπολιτικής και βιοεξουσίας, μέσα από τουλάχιστον τρεις διεθνείς σχολές ανάλυσης.  Αυτοί είναι:

  • η κρίσιμη θέση που κατέχει στην ιταλική πολιτική φιλοσοφία ως και στη γερμανική,
  • η ερευνητική εμβάθυνση στις κοινωνικές επιστήμες και τις οικονομικο-ιστορικές σπουδές στη Γαλλία,
  • η ανθρωπολογική υποκίνηση στην ανάπτυξη των επιστημών στην Αγγλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΑΦΕΤΗΡΙΕΣ

Ο όρος «βιοπολιτική» εισάγεται στον τίτλο του προτεινόμενου Ερευνητικού Κέντρου ως αποτέλεσμα σειράς επιρροών στο πεδίο της Κοινωνιολογίας, της Οικονομίας, της Ιστορίας, πρωτίστως δε της Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας με ισχυρή την παρουσία του μεγάλου Γάλλου φιλοσόφου του 20ου αι. Μισέλ Φουκώ.

Η διεπιστημονική αυτή συναρμογή είναι αποτέλεσμα σειράς παλαιότερων και πρόσφατων ερεθισμάτων. Μία επιρροή είναι αυτή που εκδηλώνεται την αυγή του 21ου αι. και αφορά τον τρόπο «μοντελοποίησης» ζωτικών φαινομένων που καθορίζονται από ένα συντεταγμένο τρόπο κοινωνικής οργάνωσης, ο οποίος αποδίδει το πώς οι πολιτικές αλλαγές αντανακλώνται στο επίπεδο της γνώσης. Μία άλλη επιρροή είναι η διεθνής φήμη που θα αποκτήσει ο όρος «βιοπολιτική» και αφορά, στις τελευταίες δεκαετίες, τις κοινωνίες που δεν αποτελούν πλέον κλειστά σύνολα από μόνα τους, η δε άρθρωσή τους συλλαμβάνεται μέσα από μελέτες εμπειρογνωμόνων, μέσα από την παραγωγή στατιστικών στοιχείων σχετικά με τον πληθυσμό, την εθνικο-οικονομική επίδοση, τα κινήματα αντίστασης στις αλλαγές με βάση το δικαίωμα στη ζωή, τη θέση στον κοινωνικό οργανισμό, το σεβασμό στον πολιτισμό.

Στην πιο ηχηρή επέκταση της έννοιας πολιτική, πέρα από τα κρατικά σύνορα, η πολιτική αφορά τη ζωή και τότε όλα μπορούν να γίνουν «βιο-πολιτική»: κάθε κοινωνικό φαινόμενο είναι άμεση ‘μετάφρασή’ της σε ζωτικής σημασίας φαινόμενο για τις κοινωνίες.

Το επίκεντρο της βιοπολιτικής προέκυψε, με ιδιαίτερη ένταση στο τέλος του 20ού αιώνα, σε περιοχές του κόσμου. Οι περιοχές αυτές ανέδειξαν και στη συνέχεια διαμόρφωσαν τη «διακυβερνησιακή» λογική: πρόκειται για την αρχή της «λιγότερης  διακυβέρνησης», η οποία έχει στόχο τη μέγιστη αποτελεσματικότητα, λαμβάνοντας υπόψη το φυσικό χαρακτήρα των προβλημάτων που οφείλουν να αντιμετωπισθούν από τα σύγχρονα κράτη. Η «λιγότερη διακυβέρνηση» βρίσκεται στον πυρήνα της φιλοσοφικής πρόκλησης, καθώς εντάσσεται στις μορφές της «φιλελεύθερης κυβερνητικότητας». Οφείλει τη γένεσή της στην ευρωπαϊκή φιλοσοφική σκέψη του 18ου αιώνα, με ιδιαίτερη τη θέση της «πολιτικής οικονομίας». Ισχυρή ώθηση στη «Γέννηση της Βιοπολιτικής» θα δοθεί μέσα από την προσοχή της σύγχρονης κοινωνικής έρευνας και ειδικώς στη σειρά των μαθημάτων που παρέδωσε ο Μισέλ Φουκώ στο «Κολλέγιο της Γαλλίας», από τον Ιανουάριο ως τον Απρίλιο του 1979.

EΡΩΤΗΜΑΤΗΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟΥ ΟΡΙΖΟΝΤΑ

Τα ειδοποιά γνωρίσματα της φιλελεύθερης τέχνης διακυβέρνησης, όπως  αυτή εμφανίζεται τον 18ο αιώνα.

Το που εκδηλώνεται στο σύγχρονο κόσμο ο χαρακτήρας της «κρίσης κυβερνητικότητας».

Το που οδηγούν τις κοινωνίες οι αναθεωρήσεις της φιλελεύθερης διακυβέρνησης.

Την αναζήτηση σχολών σκέψης ικανών να αναλάβουν το διαγνωστικό ρόλο στη σχέση «κοινωνίας» και «διακυβέρνησης».

ΦΟΥΚΩ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

«[…] ο οικονομικός κόσμος είναι εκ φύσεως αδιαφανής, είναι εκ φύσεως μη ολοποιήσιμος. Συγκροτείται από καταβολής και εξ ορισμού από απόψεις, η πολλαπλότητα των οποίων είναι τόσο περισσότερο αναπαλλοτρίωτη όσο αυτή ακριβώς η πολλαπλότητα εξασφαλίζει αυθόρμητα και σε τελική ανάλυση τη σύγκλισή τους. Η οικονομία είναι μια άθεη θεωρία• η οικονομία είναι μια θεωρία χωρίς Θεό• η οικονομία είναι μια θεωρία χωρίς ολότητα•  η οικονομία είναι μια θεωρία που αρχίζει να φανερώνει όχι μόνο την αχρηστία, αλλά το ανέφικτο μιας κυρίαρχης σκοπιάς, μιας σκοπιάς του κυρίαρχου επί της ολότητας του  Κράτους  που  πρέπει να κυβερνήσει. Η οικονομία κλέβει από τη νομική μορφή του κυρίαρχου που ασκεί την κυριαρχία του εντός ενός Κράτους αυτό που θα αναδειχθεί ως το ουσιώδες της ζωής μιας κοινωνίας, δηλαδή τις οικονομικές διαδικασίες. Ο φιλελευθερισμός, στη σύγχρονη συγκρότησή του, άρχισε όταν ακριβώς  διατυπώθηκε το ουσιώδες ασύμβατο μεταξύ αφενός της μη ολοποιήσιμης πολλαπλότητας που χαρακτηρίζει τα υποκείμενα συμφέροντος, τα οικονομικά υποκείμενα, και αφετέρου της ολοποιητικής ενότητας του νομικά κυρίαρχου».

ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΣΤΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ

Η «βιο-πολιτική» διαμορφώνει τον ερευνητικό χαρακτήρα του Κέντρου ως προς το ρόλο της μεθοδολογικής διαχείρισης του φιλελευθερισμού στο μεγαλύτερο δυνατό εύρος της: ως μορφής συστηματικής και εξονυχιστικής κοινωνικής ρύθμισης από τη γραφειοκρατία, ως μοντέλου μεταφοράς της αγοραίας ορθολογικότητας σε χώρους μη οικονομικούς όπως η οικογένεια, η  γεννητικότητα ή αναπαραγωγή και η  παρανομία / παραβατικότητα, ως πολιτισμικής αντίληψης που εκκοσμικεύει μείζονες αρχές, ως εγκάρσιας τομής κάθε μοντέλου φιλελεύθερης διακυβέρνησης -όπου αυτό εφαρμόζεται-, ως φιλελεύθερης ουτοπίας («ού τόπος») που εκφυλίζεται σε μια τεχνολογία ορθολογικής διαχείρισης (:η, κατά το δυνατόν μέγιστη αποτελεσματικότητα, με τη μικρότερη δυνατή παρέμβαση ή μέριμνα). Ο δεσμός  πολιτικής,  φιλοσοφίας, οικονομίας, αντλεί ιδέες έξω από τα σύνορά τους και χρησιμοποιεί μια σειρά από μεθοδολογίες, συμπεριλαμβανομένων «μελετών περιπτώσεων», ιστορικών και αναλυτικών παραδειγμάτων, κανονιστικής θεωρίας, αξιολόγησης της πολιτικής. Η σύσταση του διεπιστημονικού Ερευνητικού Κέντρου Βιοπολιτικής αποκαλύπτει και καθορίζει τις εκτεταμένες κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά,  αλλαγές  που  προκύπτουν από θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με την ανθρώπινη διαχείριση της διοίκησης, σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο. Η κατανόηση και αξιολόγηση της ικανότητας των κρατών, των αγορών και των κοινωνιών για την αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που προκύπτουν από τη διαχείριση της διοίκησης, απαιτεί μια πλουραλιστική προσέγγιση, ανοιχτή σε ιδέες από διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους, θεωρίες και μεθόδους έρευνας. Η συνύπαρξη νέων, καθιερωμένων και υπό διαμόρφωση ερευνητών, μέσα από τη σύσταση και λειτουργία του Ερευνητικού Κέντρου, έχει σκοπό να ενεργοποιήσει το έργο τους στο δεσμό που γεννά η βιοπολιτική ως γενεαλογία των σχέσεων εξουσίας / γνώσης, ενταγμένων στο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο. Η «μεθοδολογία» διακυβέρνησης,  από  την  έμφανισή  της τον 18ο αιώνα ως φιλελευθερισμός, η μετέπειτα κριτική ως «υπερβολική διακυβέρνηση» και η κριτική στο «υπερβολικό κράτος», συνιστούν το εφαλτήριο για την ερευνητική προσέγγιση σε όλο το εύρος τους των καθοδηγητικών αρχών διοίκησης, αφενός σε διαχρονικό και διαχωρικό επίπεδο έρευνας αφετέρου δε σε διε- πολύ- και ενδο-επιστημονικό πεδίο. Το ζήτημα της βιοπολιτικής ερευνάται σε σχέση προς το ρόλο του ως μεθοδολογικής διαχείρισης του φιλελευθερισμού:  Είτε ως μορφή συστηματικής και εξονυχιστικής κοινωνικής ρύθμισης από τη γραφειοκρατία, είτε ως ένα μοντέλο μεταφοράς της αγοραίας ορθολογικότητας σε χώρους μη οικονομικούς όπως η οικογένεια, η γεννητικότητα ή αναπαραγωγή και η παρανομία / παραβατικότητα, η βιοπολιτική τέμνει εγκάρσια σχεδόν κάθε μοντέλο φιλελεύθερης διακυβέρνησης, όπου αυτό έχει εφαρμοστεί.